άσσος
•
- άλλη γραφή του άσος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άσσος < μεσαιωνική ελληνική άσσο ή ύστερομεσαιωνική ελληνική άσος < ιταλική asso < λατινική as (γενική: assis) < ετρουσκική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άσσος | άσσοι |
| Γενική | άσσου | άσσων |
| Αιτιατική | άσσο | άσσους |
| Κλητική | άσσε | άσσοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →