Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άστεγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει σπίτι, στέγη Βικιλεξικό
    • Στόχος του Σχεδίου Δράσης πρόληψης και αντιμετώπισης της έλλειψης στέγης αποτελεί η προσπάθεια μετατροπής της έννοιας της αστεγίας και της υποστηρικτικής διαδικασίας, σε μια ενέργεια η οποία δεν μετατρέπει τους αστέγους σε παθητικούς αποδέκτες κοινωνικών υπηρεσιών και επιδομάτων, δεν τους ιδρυματοποιεί σε κλειστές δομές μακροχρόνιας φιλοξενίας, αλλά τους καθιστά ενεργούς πολίτες, στον άξονα μιας συνολικής προσπάθειας επανένταξής τους στην κοινωνική και επαγγελματική ζωή. (Σχέδιο Δράσης για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έλλειψης στέγης, εφημ. Ο Χρόνος Κοζάνης, 22/9/2023 https://xronos-kozanis.gr/schedio-drasis-gia-tin-prolipsi-kai-antimetopisi-tis-elleipsis-stegis/)

Ετυμολογία

άστεγος < α- στερητικό + στέγη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάστεγοςάστεγηάστεγο
Γενικήάστεγουάστεγηςάστεγου
Αιτιατικήάστεγοάστεγηάστεγο
Κλητικήάστεγεάστεγηάστεγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάστεγοιάστεγεςάστεγα
Γενικήάστεγωνάστεγωνάστεγων
Αιτιατικήάστεγουςάστεγεςάστεγα
Κλητικήάστεγοιάστεγεςάστεγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →