Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άστολος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο χωρίς στολή Βικιλεξικό
    • άστολοι φαντάροι

Ετυμολογία

άστολος < ά-στερητικό + στολ(ή) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάστολοςάστοληάστολο
Γενικήάστολουάστοληςάστολου
Αιτιατικήάστολοάστοληάστολο
Κλητικήάστολεάστοληάστολο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάστολοιάστολεςάστολα
Γενικήάστολωνάστολωνάστολων
Αιτιατικήάστολουςάστολεςάστολα
Κλητικήάστολοιάστολεςάστολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →