Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άστυλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχιτεκτονικήπου δεν έχει στύλους, δεν έχει κολόνες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άστυλος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική στῦλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάστυλοςάστυληάστυλο
Γενικήάστυλουάστυληςάστυλου
Αιτιατικήάστυλοάστυληάστυλο
Κλητικήάστυλεάστυληάστυλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάστυλοιάστυλεςάστυλα
Γενικήάστυλωνάστυλωνάστυλων
Αιτιατικήάστυλουςάστυλεςάστυλα
Κλητικήάστυλοιάστυλεςάστυλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →