Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσφαιρος

/ˈa.sfe.ɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάχωρίς σφαίρες, χωρίς βόλια Βικιλεξικό
    • Για τις ασκήσεις οι στρατιώτες χρησιμοποιούσαν άσφαιρα φυσίγγια.
  2. μεταφορικάπου δεν πέτυχε το στόχο του Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάστείρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άσφαιρος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἄσφαιρος, ήδη από το 1887. Μορφολογικά αναλύεται σε ά- στερητικό + σφαίρ(α) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσφαιροςάσφαιρηάσφαιρο
Γενικήάσφαιρουάσφαιρηςάσφαιρου
Αιτιατικήάσφαιροάσφαιρηάσφαιρο
Κλητικήάσφαιρεάσφαιρηάσφαιρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσφαιροιάσφαιρεςάσφαιρα
Γενικήάσφαιρωνάσφαιρωνάσφαιρων
Αιτιατικήάσφαιρουςάσφαιρεςάσφαιρα
Κλητικήάσφαιροιάσφαιρεςάσφαιρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →