άσφαιρος
•
- κυριολεκτικάχωρίς σφαίρες, χωρίς βόλια Βικιλεξικό
- Για τις ασκήσεις οι στρατιώτες χρησιμοποιούσαν άσφαιρα φυσίγγια.
- μεταφορικάπου δεν πέτυχε το στόχο του Βικιλεξικό
- μεταφορικάστείρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άσφαιρος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἄσφαιρος, ήδη από το 1887. Μορφολογικά αναλύεται σε ά- στερητικό + σφαίρ(α) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσφαιρος | άσφαιρη | άσφαιρο |
| Γενική | άσφαιρου | άσφαιρης | άσφαιρου |
| Αιτιατική | άσφαιρο | άσφαιρη | άσφαιρο |
| Κλητική | άσφαιρε | άσφαιρη | άσφαιρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσφαιροι | άσφαιρες | άσφαιρα |
| Γενική | άσφαιρων | άσφαιρων | άσφαιρων |
| Αιτιατική | άσφαιρους | άσφαιρες | άσφαιρα |
| Κλητική | άσφαιροι | άσφαιρες | άσφαιρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →