άσχημα
•
- με άσχημο τρόπο, κακά, ανάρμοστα Βικιλεξικό
- Μου συμπεριφέρεται άσχημα.
- δυσάρεστα, στενάχωρα Βικιλεξικό
- Μιώθω άσχημα που του μίλησα έτσι.
- σε κακή κατάσταση, ψυχολογικά ή σωματικά Βικιλεξικό
- Είναι άσχημα ακόμα, δεν έχει συνέλθει απ' την αρρώστια.
Ετυμολογία
άσχημα < άσχημ(ος) +-α
Άλλοι τύποι
άσκημα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →