άσχιστος
•
- που δεν έχει σχιστεί, που δεν εμφανίζει σημάδια σχισίματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άσχιστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄσχιστος. Συγχρονικά αναλύεται σε ά- στερητικό + σχιστός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσχιστος | άσχιστη | άσχιστο |
| Γενική | άσχιστου | άσχιστης | άσχιστου |
| Αιτιατική | άσχιστο | άσχιστη | άσχιστο |
| Κλητική | άσχιστε | άσχιστη | άσχιστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσχιστοι | άσχιστες | άσχιστα |
| Γενική | άσχιστων | άσχιστων | άσχιστων |
| Αιτιατική | άσχιστους | άσχιστες | άσχιστα |
| Κλητική | άσχιστοι | άσχιστες | άσχιστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →