Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άσωστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε σώθηκε ή δε σώνεται, δεν ξοδεύεται, που δεν έχει τέλος Βικιλεξικό
    • ο δρόμος μέσα στην έρημο έμοιαζε άσωστος
  2. που δεν γλιτώνει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άσωστος < ά- στερητικό + (σώνω) σωσ- + -τος : σημασία: «που δεν γλιτώνει» < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄσωστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσωστοςάσωστηάσωστο
Γενικήάσωστουάσωστηςάσωστου
Αιτιατικήάσωστοάσωστηάσωστο
Κλητικήάσωστεάσωστηάσωστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάσωστοιάσωστεςάσωστα
Γενικήάσωστωνάσωστωνάσωστων
Αιτιατικήάσωστουςάσωστεςάσωστα
Κλητικήάσωστοιάσωστεςάσωστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →