άσωστος
•
- που δε σώθηκε ή δε σώνεται, δεν ξοδεύεται, που δεν έχει τέλος Βικιλεξικό
- ο δρόμος μέσα στην έρημο έμοιαζε άσωστος
- που δεν γλιτώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άσωστος < ά- στερητικό + (σώνω) σωσ- + -τος : σημασία: «που δεν γλιτώνει» < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἄσωστος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσωστος | άσωστη | άσωστο |
| Γενική | άσωστου | άσωστης | άσωστου |
| Αιτιατική | άσωστο | άσωστη | άσωστο |
| Κλητική | άσωστε | άσωστη | άσωστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άσωστοι | άσωστες | άσωστα |
| Γενική | άσωστων | άσωστων | άσωστων |
| Αιτιατική | άσωστους | άσωστες | άσωστα |
| Κλητική | άσωστοι | άσωστες | άσωστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →