άσ' τον
•
- μεταφορικάμην τον ενοχλείς Βικιλεξικό
- Άσ' τον ήσυχο! Μην του κάνεις συνεχώς παρατηρήσεις!
- [Διαφορετικά όταν ακολουθεί άρθρο στην αιτιατική]] Άσε τον κόσμο να λέει...
- μεταφορικάπαράτα αυτόν, μην ασχολείσαι μαζί του Βικιλεξικό
- Μην τον ξεσυνερίζεσαι, άσ' τον να λέει...
- κυριολεκτικάτοποθέτησέ τον κάτω, άφησέ τον κάτω (όπως στο έδαφος, στο πάτωμα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άσ' τον! < άσ', άσε με έκθλιψη & αδύνατος τύπος τον της αντωνυμίας αυτός
Άλλοι τύποι
άσ' τον!
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →