Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άταστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικό όργανοέγχορδο όργανο χωρίς τάστα, που δεν έχει τάστα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άταστος < ά- στερητικό + τάστ(ο) (< ιταλική tasto) + κατάληξη επιθέτου -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάταστοςάταστηάταστο
Γενικήάταστουάταστηςάταστου
Αιτιατικήάταστοάταστηάταστο
Κλητικήάταστεάταστηάταστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάταστοιάταστεςάταστα
Γενικήάταστωνάταστωνάταστων
Αιτιατικήάταστουςάταστεςάταστα
Κλητικήάταστοιάταστεςάταστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →