άταστος
•
- μουσικό όργανοέγχορδο όργανο χωρίς τάστα, που δεν έχει τάστα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άταστος < ά- στερητικό + τάστ(ο) (< ιταλική tasto) + κατάληξη επιθέτου -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άταστος | άταστη | άταστο |
| Γενική | άταστου | άταστης | άταστου |
| Αιτιατική | άταστο | άταστη | άταστο |
| Κλητική | άταστε | άταστη | άταστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άταστοι | άταστες | άταστα |
| Γενική | άταστων | άταστων | άταστων |
| Αιτιατική | άταστους | άταστες | άταστα |
| Κλητική | άταστοι | άταστες | άταστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →