άταφος
•
- που δεν έχει ενταφιαστεί Βικιλεξικό
- Τόσοι Βούλγαροι σκοτώθηκαν εκείνη τη νύχτα, που μετά είκοσι χρόνια, όταν πέρασε από κει ο Βουλγαροκτόνος πηγαίνοντας στας Αθήνας, ο ίδιος σάστισε σαν είδε τ' αμέτρητα κόκαλα σκορπισμένα άταφα, που άσπριζαν την πεδιάδα ως πέρα. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα, Κεφάλαιο Α': Έλληνες και Βούλγαροι, 1909)
Ετυμολογία
άταφος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄταφος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άταφος | άταφη | άταφο |
| Γενική | άταφου | άταφης | άταφου |
| Αιτιατική | άταφο | άταφη | άταφο |
| Κλητική | άταφε | άταφη | άταφο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άταφοι | άταφες | άταφα |
| Γενική | άταφων | άταφων | άταφων |
| Αιτιατική | άταφους | άταφες | άταφα |
| Κλητική | άταφοι | άταφες | άταφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →