Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άταχτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε βρίσκεται σε τάξη ή δε γίνεται με τάξη, άτακτος Βικιλεξικό
  2. ανώμαλος, ακανόνιστος Βικιλεξικό
  3. απείθαρχος, που κάνει αταξίες Βικιλεξικό
    • αυτό το παιδί είναι πολύ άταχτο και χρειάζεται παραδειγματισμό

Ετυμολογία

άταχτος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάταχτοςάταχτηάταχτο
Γενικήάταχτουάταχτηςάταχτου
Αιτιατικήάταχτοάταχτηάταχτο
Κλητικήάταχτεάταχτηάταχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάταχτοιάταχτεςάταχτα
Γενικήάταχτωνάταχτωνάταχτων
Αιτιατικήάταχτουςάταχτεςάταχτα
Κλητικήάταχτοιάταχτεςάταχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →