άτη
•
- η θεόσταλτη τύφλωση του νου που παρασύρει τον ήρωα σε καταστροφικές πράξεις, ως συνέπεια της ύβρεως και προοίμιο της τιμωρίας του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άτη < αρχαία ελληνική Ἄτη < ἄτη < ἀάω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂ewh₂-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | άτη | — |
| Γενική | άτης | — |
| Αιτιατική | άτη | — |
| Κλητική | άτη | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →