άτοκος
•
- οικονομίαπου γίνεται χωρίς την επιβολή τόκων· που δεν πληρώνονται ή καταβάλλονται τόκοι για αυτόν Βικιλεξικό
- άτοκος δανεισμός, άτοκος τραπεζικός λογαριασμός
- που δεν έχει τεκνοποιήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άτοκος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άτοκος | άτοκη | άτοκο |
| Γενική | άτοκου | άτοκης | άτοκου |
| Αιτιατική | άτοκο | άτοκη | άτοκο |
| Κλητική | άτοκε | άτοκη | άτοκο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άτοκοι | άτοκες | άτοκα |
| Γενική | άτοκων | άτοκων | άτοκων |
| Αιτιατική | άτοκους | άτοκες | άτοκα |
| Κλητική | άτοκοι | άτοκες | άτοκα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →