Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άτοκος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικονομίαπου γίνεται χωρίς την επιβολή τόκων· που δεν πληρώνονται ή καταβάλλονται τόκοι για αυτόν Βικιλεξικό
    • άτοκος δανεισμός, άτοκος τραπεζικός λογαριασμός
  2. που δεν έχει τεκνοποιήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άτοκος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάτοκοςάτοκηάτοκο
Γενικήάτοκουάτοκηςάτοκου
Αιτιατικήάτοκοάτοκηάτοκο
Κλητικήάτοκεάτοκηάτοκο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάτοκοιάτοκεςάτοκα
Γενικήάτοκωνάτοκωνάτοκων
Αιτιατικήάτοκουςάτοκεςάτοκα
Κλητικήάτοκοιάτοκεςάτοκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →