Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άτοπο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αυτό που δεν έχει θέση, δεν μπορεί να υπάρχει ποτέ και πουθενά ή που είναι αδύνατον να υπάρχει υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, το παράλογο, που δεν εσταθεί, δεν στέκει, που αντιφάσκει πλήρως με τον εαυτό του ή αντιβαίνει σε βασικές αρχές, το απαράδεκτο Βικιλεξικό
    • Αυτό που προτείνουν είναι άτοπο, δεν μπορεί να εφαρμοστεί ρεαλιστικά πουθενά
    • Είναι άτοπο να μη μπορεί η κατηγορούσα αρχή να...
  2. μαθηματικάαυτό που είναι παράλογο και δεν μπορεί να ευσταθεί, άρα καθώς αποκλείεται μαζί με άλλα ως αδύνατον, αφήνει ως λύση την μόνη απομένουσα ως δυνατή (συλλογιστική επίλυσης με μέθοδο την "εις άτοπον απαγωγή" ή "την εις αδύνατον απαγωγή" και "αναγωγή", φράση που διεθνοποιήθηκε από το λατινινό reductio ad absurdum αλλά που είχε προέλθει απο λατινική μετάφραση των ελληνικών όρων του Αριστοτέλη και του Ευκλείδη) Βικιλεξικό
    • Ἔστι δὲ καὶ ἀναγαγεῖν πάντας τοὺς συλλογισμοὺς.... ἀλλ' οἱ μὲν καθόλου τοῦ στερητικοῦ ἀντιστραφέντος, τῶν δ' ἐν μέρει ἑκάτερος διὰ τῆς εἰς τὸ ἀδύνατον ἀπαγωγῆς. (Αναλυτικών Προτέρων, 7, Αριστοτέλης)
  3. λογικήτο αδύνατο, με τη συλλογιστική των μαθηματικών και της μεθόδου της "εις άτοπον απαγωγής" να μεταφέρεται και σε άλλους τομείς επιστημονικής ή και καθημερινής σκέψης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άτοπο < ἄτοπον στην καθαρεύουσα και στην αρχαία ελληνική < από το ουδέτερο του επιθέτου ἄτοπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήάτοποάτοπα
Γενικήάτοπου / ατόπουατόπων
Αιτιατικήάτοποάτοπα
Κλητικήάτοποάτοπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →