Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άυλα αγαθά

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςστη σφαίρα του δικαίου άυλα αγαθά θεωρούνται το ονοματεπώνυμο, η προσωπικότητα, η υπόληψη, η τιμή, η εμπορική πίστη, η αγνεία, η υγεία, η ελευθερία κ.ά. που ορίζονται ως δικαιώματα από διεθνείς συνθήκες και εσωτερικές νομοθεσίες των χωρών τα οποία και προστατεύονται Βικιλεξικό
  2. στις κατ΄ ιδίαν εκφάνσεις και εκδηλώσεις των ανθρώπων, στον όρο αυτόν συμπεριλαμβάνονται και η σωματική, ψυχική, ηθική και κοινωνική ατομικότητα. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άυλα αγαθά < → δείτε τη λέξη άυλα και αγαθά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →