Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άφθαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικείοπου δεν μπορεί κάποιος να τον φτάσει Βικιλεξικό
  2. οικείοπου δεν μπορεί κάποιος να τον φτάσει Βικιλεξικό
  3. οικείοπου δεν μπορεί κάποιος να τον φτάσει Βικιλεξικό
  4. οικείοπου δεν μπορεί κάποιος να τον φτάσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άφθαστος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάφθαστοςάφθαστηάφθαστο
Γενικήάφθαστουάφθαστηςάφθαστου
Αιτιατικήάφθαστοάφθαστηάφθαστο
Κλητικήάφθαστεάφθαστηάφθαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάφθαστοιάφθαστεςάφθαστα
Γενικήάφθαστωνάφθαστωνάφθαστων
Αιτιατικήάφθαστουςάφθαστεςάφθαστα
Κλητικήάφθαστοιάφθαστεςάφθαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →