άχαρος
•
- που δε γεύεται χαρά, δύστυχος Βικιλεξικό
- που δε δίνει χαρά, ευχαρίστηση, θλιβερός Βικιλεξικό
- που δεν έχει χάρη, κομψότητα και ομορφιά, άκομψος Βικιλεξικό
- Οι μουριές είναι τραγωδία τώρα το χειμώνα, δεν υπάρχει δέντρο με πιο άχαρα γυμνά κλωνιά.
- που δεν είναι ευχάριστος, που δε δίνει χαρά Βικιλεξικό
- γενικά είναι αυτός που εκπέμπει ένα συναίσθημα θλίψης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άχαρος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άχαρος | άχαρη | άχαρο |
| Γενική | άχαρου | άχαρης | άχαρου |
| Αιτιατική | άχαρο | άχαρη | άχαρο |
| Κλητική | άχαρε | άχαρη | άχαρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άχαροι | άχαρες | άχαρα |
| Γενική | άχαρων | άχαρων | άχαρων |
| Αιτιατική | άχαρους | άχαρες | άχαρα |
| Κλητική | άχαροι | άχαρες | άχαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →