Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άχαρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε γεύεται χαρά, δύστυχος Βικιλεξικό
  2. που δε δίνει χαρά, ευχαρίστηση, θλιβερός Βικιλεξικό
  3. που δεν έχει χάρη, κομψότητα και ομορφιά, άκομψος Βικιλεξικό
    • Οι μουριές είναι τραγωδία τώρα το χειμώνα, δεν υπάρχει δέντρο με πιο άχαρα γυμνά κλωνιά.
  4. που δεν είναι ευχάριστος, που δε δίνει χαρά Βικιλεξικό
  5. γενικά είναι αυτός που εκπέμπει ένα συναίσθημα θλίψης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άχαρος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάχαροςάχαρηάχαρο
Γενικήάχαρουάχαρηςάχαρου
Αιτιατικήάχαροάχαρηάχαρο
Κλητικήάχαρεάχαρηάχαρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάχαροιάχαρεςάχαρα
Γενικήάχαρωνάχαρωνάχαρων
Αιτιατικήάχαρουςάχαρεςάχαρα
Κλητικήάχαροιάχαρεςάχαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →