άχεστος
•
- που δεν είναι χεσμένος, που δεν έχει χέσει ή χεστεί, δεν είναι λερωμένος από χέσιμο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν τον έχουνε βρίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άχεστος < α- στερητικό + χεσ- (χέζω) + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άχεστος | άχεστη | άχεστο |
| Γενική | άχεστου | άχεστης | άχεστου |
| Αιτιατική | άχεστο | άχεστη | άχεστο |
| Κλητική | άχεστε | άχεστη | άχεστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άχεστοι | άχεστες | άχεστα |
| Γενική | άχεστων | άχεστων | άχεστων |
| Αιτιατική | άχεστους | άχεστες | άχεστα |
| Κλητική | άχεστοι | άχεστες | άχεστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →