Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άχεστος

/ˈa.çe.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι χεσμένος, που δεν έχει χέσει ή χεστεί, δεν είναι λερωμένος από χέσιμο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν τον έχουνε βρίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άχεστος < α- στερητικό + χεσ- (χέζω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάχεστοςάχεστηάχεστο
Γενικήάχεστουάχεστηςάχεστου
Αιτιατικήάχεστοάχεστηάχεστο
Κλητικήάχεστεάχεστηάχεστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάχεστοιάχεστεςάχεστα
Γενικήάχεστωνάχεστωνάχεστων
Αιτιατικήάχεστουςάχεστεςάχεστα
Κλητικήάχεστοιάχεστεςάχεστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →