Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άχρηστος

/ˈa.xɾi.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε χρησιμεύει σε κάτι Βικιλεξικό
    • αντικείμενο χωρίς χρηστική αξία
    • άτομο που οι πράξεις του δεν έχουν αξία, είναι αναποτελεσματικές, ανούσιες
  2. μη αναγκαίος, περιττός Βικιλεξικό
  3. που έχει υποπέσει σε αχρηστία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

άχρηστος < αρχαία ελληνική ἄχρηστος < ἀ- στερητικό + αρχαία ελληνική χρηστός < αοριστικό θέμα χρησ- του χρῶμαι + -τος (βλέπε και τα παρόμοια δύσχρηστος, εύχρηστος, κοινόχρηστος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάχρηστοςάχρηστηάχρηστο
Γενικήάχρηστουάχρηστηςάχρηστου
Αιτιατικήάχρηστοάχρηστηάχρηστο
Κλητικήάχρηστεάχρηστηάχρηστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάχρηστοιάχρηστεςάχρηστα
Γενικήάχρηστωνάχρηστωνάχρηστων
Αιτιατικήάχρηστουςάχρηστεςάχρηστα
Κλητικήάχρηστοιάχρηστεςάχρηστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →