Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

άχρονος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αιώνιος, μεγάλης διάρκειας/ηλικίας Βικιλεξικό
  2. πολύ παλιός Βικιλεξικό
  3. αθάνατος, αγέραστος, άφθαρτος Βικιλεξικό
  4. που αποτελεί σταθερή αξία, ιδανικό Βικιλεξικό
  5. απροσδιόριστης ηλικίας, συνήθως για κάποιον/κάτι παλιό που μικροδείχνει ή παραμένει αναλλοίωτος,-ο στο χρόνο Βικιλεξικό
    • Οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι άχρονοι και άτοποι. Και ακριβώς αυτό του επιτρέπει να συνομιλεί αφενός με τα περσικά ρουμπαγιάτ, αφετέρου με το ηπειρώτικο κλαρίνο, τις γκάιντες και το ροκ τζαμάρισμα. (Κωνσταντίνος Τσάβαλος, Αέρας Πεχλιβάνης: Η προφορική ιστορία του Βραχνού Προφήτη: Όπως την αφηγήθηκε ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου και οι συντελεστές του δίσκου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)

Ετυμολογία

άχρονος < ά- + χρόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάχρονοςάχρονηάχρονο
Γενικήάχρονουάχρονηςάχρονου
Αιτιατικήάχρονοάχρονηάχρονο
Κλητικήάχρονεάχρονηάχρονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήάχρονοιάχρονεςάχρονα
Γενικήάχρονωνάχρονωνάχρονων
Αιτιατικήάχρονουςάχρονεςάχρονα
Κλητικήάχρονοιάχρονεςάχρονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →