άψαυστος
•
- που δεν έχει αγγιχτεί, ο άθικτος Βικιλεξικό
- Ποιο το κέρδος, αδελφέ, όταν ο άψυχος κόσμος φωτίζεται και ο λογικός άνθρωπος μένει άψαυστος από το Φως του Χριστού http://www.imkorinthou.org/index.php/2010-12-11-10-42-13/2010-12-11-11-06-35/2010-12-13-07-41-05-31/2011-01-05-15-34-21/92-roi-eidiseon/roi-eidiseon/1121-poimantoriki-egkyklios-15i-o-mitropolitis-korinthou-sikyonos-zemenou-tarsou-polyfeggous-dionysios
- Πώς πρέπει να ‘ναι ο ιερέας; Δε φτάνει μόνο να είναι άγιος, καθαρός και άψαυστος κηλίδος, αλλά και συνετός.http://www.diakonima.gr/2014/03/01/η-ιερωσύνη-σύμφωνα-με-τον-άγιο-ιωάννη-τ/
- που δεν αγγίζεται Βικιλεξικό
- εγώ δ' όδ' ενθάδε άψαυστος έγχους (Σοφοκλής, Οιδίπους τύραννος) (ο αφόβητος, αυτός που δεν αγγίζει ο φόβος)
- Εἰ γὰρ με πείσεις, ἢ χιὼν γενήσομαι ἢ καὶ χάλαζα, καὶ θανὼν νεκροστόλοις ἄψαυστος ὡς κρύσταλλος ὢν φανήσομαι τῇ σῇ πεποιθὼς ψυκτικῇ παραινέσει. Λέων ο Φιλόσοφος Ψυχρόν το γήρας...
- που δεν πρέπει να αγγιχτεί, ο ιερός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
άψαυστος < αρχαία ελληνική ἄψαυστος < ἀ- + ψαύω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άψαυστος | άψαυστη | άψαυστο |
| Γενική | άψαυστου | άψαυστης | άψαυστου |
| Αιτιατική | άψαυστο | άψαυστη | άψαυστο |
| Κλητική | άψαυστε | άψαυστη | άψαυστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | άψαυστοι | άψαυστες | άψαυστα |
| Γενική | άψαυστων | άψαυστων | άψαυστων |
| Αιτιατική | άψαυστους | άψαυστες | άψαυστα |
| Κλητική | άψαυστοι | άψαυστες | άψαυστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →