έγκοιλο
•
- φυσική ή τεχνητή εσωτερική κοιλότητα στο έδαφος ή στο πέτρωμα, συνήθως υπόγεια, που μπορεί να έχει τη μορφή σπηλαίου, βάραθρου ή άλλου κενού χώρου στο γεωλογικό υπόστρωμα Βικιλεξικό
- Συγκεκριμένα τα μετεωρικά υδάτινα κατακρημνίσματα δηλαδή τα νερά της βροχής κατεισδύουν και διηθούνται μέσω των διακλάσεων, ρωγματώσεων, εγκοίλων των ανθρακικών πετρωμάτων (Φωτ. 2,3) που χαρακτηρίζονται ως υδατοπερατά (Επαφές των γεωλογικών σχηματισμών. Παραγωγικές δομές του υπόγειου υδάτινου δυναμικού και των Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΟΠΥ), 27 Απριλίου 2018, oryktosploutos.net https://www.oryktosploutos.net/2018/04/blog-post_26-12/)
Ετυμολογία
έγκοιλο < αρχαία ελληνική ἔγκοιλον, ουδέτερο του ἔγκοιλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έγκοιλο | έγκοιλα |
| Γενική | έγκοιλου | έγκοιλων |
| Αιτιατική | έγκοιλο | έγκοιλα |
| Κλητική | έγκοιλο | έγκοιλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →