Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έγκτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο να έχει κάποιος έγγεια ιδιοκτησία Βικιλεξικό
    • Για να αποτρέψουν μάλιστα οι Ρωμαίοι κάθε ενδεχόμενο συνενώσεως των τεσσάρων «μερίδων», που θα κατέληγε μοιραία στην κραταίωση της μακεδονικής ισχύος, απαγόρευσαν κάθε είδους σχέσεις μεταξύ των κατοίκων των τεσσάρων διαμερισμάτων, όπως την έγκτηση γης και οικίας, και τη σύναψη γάμων έξω από τα όρια των «μερίδων». (Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. Εʹ: Ελληνιστικοί χρόνοι, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1973, σελ. 127)
  2. κατ’ επέκτασηη έγγεια ιδιοκτησία (αγρόκτημα ή γαίες) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έγκτηση < αρχαία ελληνική ἔγκτησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέγκτησηεγκτήσεις
Γενικήέγκτησηςεγκτήσεων
Αιτιατικήέγκτησηεγκτήσεις
Κλητικήέγκτησηεγκτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →