έγκυος
•
- γυναίκα σε κατάσταση εγκυμοσύνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έγκυος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔγκυος < ἐν + κύω (εγκυμονώ) → δείτε και τη λέξη κῦμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έγκυα / έγκυος / έγκυος / έγκυο | έγκυες / έγκυοι / έγκυοι / έγκυα |
| Γενική | έγκυας / έγκυου / έγκυου / έγκυου | έγκυων / έγκυων / έγκυων |
| Αιτιατική | έγκυα / έγκυο / έγκυο / έγκυο | έγκυες / έγκυους / έγκυους / έγκυα |
| Κλητική | έγκυα / έγκυε / έγκυε / έγκυο | έγκυες / έγκυοι / έγκυοι / έγκυα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →