έγκυρος
•
- που ισχύει και πληροί όλες τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να είναι αποδεκτός από νομική άποψη Βικιλεξικό
- που έχει κύρος, αξιόπιστος Βικιλεξικό
- από έγκυρες πηγές έγινε γνωστό ότι ...
Ετυμολογία
έγκυρος < εν- + κύρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έγκυρος | έγκυρη | έγκυρο |
| Γενική | έγκυρου | έγκυρης | έγκυρου |
| Αιτιατική | έγκυρο | έγκυρη | έγκυρο |
| Κλητική | έγκυρε | έγκυρη | έγκυρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έγκυροι | έγκυρες | έγκυρα |
| Γενική | έγκυρων | έγκυρων | έγκυρων |
| Αιτιατική | έγκυρους | έγκυρες | έγκυρα |
| Κλητική | έγκυροι | έγκυρες | έγκυρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →