Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έγκυρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ισχύει και πληροί όλες τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις ώστε να είναι αποδεκτός από νομική άποψη Βικιλεξικό
  2. που έχει κύρος, αξιόπιστος Βικιλεξικό
    • από έγκυρες πηγές έγινε γνωστό ότι ...

Ετυμολογία

έγκυρος < εν- + κύρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέγκυροςέγκυρηέγκυρο
Γενικήέγκυρουέγκυρηςέγκυρου
Αιτιατικήέγκυροέγκυρηέγκυρο
Κλητικήέγκυρεέγκυρηέγκυρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέγκυροιέγκυρεςέγκυρα
Γενικήέγκυρωνέγκυρωνέγκυρων
Αιτιατικήέγκυρουςέγκυρεςέγκυρα
Κλητικήέγκυροιέγκυρεςέγκυρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →