Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έγχορδος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μουσικήπου έχει χορδές Βικιλεξικό
    • Το βιολί και η κιθάρα συγκαταλέγονται στα έγχορδα μουσικά όργανα.

Ετυμολογία

έγχορδος < (ελληνιστική κοινή) ἔγχορδος < ἐν + χορδή

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέγχορδοςέγχορδηέγχορδο
Γενικήέγχορδουέγχορδηςέγχορδου
Αιτιατικήέγχορδοέγχορδηέγχορδο
Κλητικήέγχορδεέγχορδηέγχορδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέγχορδοιέγχορδεςέγχορδα
Γενικήέγχορδωνέγχορδωνέγχορδων
Αιτιατικήέγχορδουςέγχορδεςέγχορδα
Κλητικήέγχορδοιέγχορδεςέγχορδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →