Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έθνικ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αισθητικό ή καλλιτεχνικό ύφος που αντλεί στοιχεία από παραδοσιακές ή τοπικές πολιτισμικές εκφράσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έθνικ < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ethnic < υστερολατινική ethnicus < ελληνιστική κοινή ἐθνικός < αρχαία ελληνική ἔθνος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

έθνικ

επίθετο
•
  1. που σχετίζεται με τα ιδιαίτερα πολιτισμικά γνωρίσματα ενός εθνικού ή εθνοτικού συνόλου Βικιλεξικό
    • Για το σκοπό αυτό το Ίδρυμα έχει συγκροτήσει δανειστική ιματιοθήκη έθνικ φορεσιές πού λειτουργεῖ συστηματικά ἀπό τό 1975 κι ἔχει όργανώσει μαθήματα ἑλληνικῶν χορῶν στο Ναύπλιο (Αγροτική Τράπεζα, μηνιαία ενημερωτική-επικοινωνιακή έκδοση της ΑΤΕ, τεύχη 45-56, 1979, σελ. 10)
    • Ανταποκριτής του πρακτορείου Magnum, με ειδικότητα την έθνικ φωτογραφία, είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο ψάχνοντας για φυλές και πολιτισμούς ανέγγιχτους από τη σύγχρονη τεχνολογία. (Κώστας Ακρίβος, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο, 2007, σελ. 179)
  2. που αποδίδει ή μιμείται χαρακτηριστικά παραδοσιακού πολιτισμού —ιδίως εξωευρωπαϊκών ή μη κυρίαρχων δυτικών προτύπων— σε τέχνη, ένδυση ή αισθητική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έθνικ < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ethnic < υστερολατινική ethnicus < ελληνιστική κοινή ἐθνικός < αρχαία ελληνική ἔθνος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

έθνικ

επίρρημα
•
  1. με τρόπο που παραπέμπει σε παραδοσιακή ή εθνοτική αισθητική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έθνικ < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ethnic < υστερολατινική ethnicus < ελληνιστική κοινή ἐθνικός < αρχαία ελληνική ἔθνος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →