έθνικ
•
- αισθητικό ή καλλιτεχνικό ύφος που αντλεί στοιχεία από παραδοσιακές ή τοπικές πολιτισμικές εκφράσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έθνικ < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ethnic < υστερολατινική ethnicus < ελληνιστική κοινή ἐθνικός < αρχαία ελληνική ἔθνος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →