Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έκαστος

αντωνυμία, αρσενικό
•
  1. λόγιοο κάθε Βικιλεξικό
    • «Έκαστος στο είδος του, κι ο Λουμίδης στους καφέδες» (από ιστορική διαφήμιση καφέδων στην Ελλάδα)

Ετυμολογία

έκαστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕκαστος < *ἕκαστις < ἑκάς + τίς (κάποιος) < ἕ + -κᾰ́ς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swé

Άλλοι τύποι

έκασταέκαστεέκαστεςέκαστηέκαστη / εκάστηέκαστηςέκαστοέκαστοιέκαστοςέκαστουέκαστουςέκαστωνεκάστηεκάστηςεκάστουεκάστουςεκάστων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →