έκθεμα
•
- καθένα από τα αντικείμενα που συμπεριλαμβάνονται σε έκθεση, που παρουσιάζονται για παρατήρηση ή/και μελέτη σε χώρο προσβάσιμο από το κοινό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκθεμα < Αντικείμενο που παρουσιάζεται σε κοινή θέα >
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκθεμα | εκθέματα |
| Γενική | εκθέματος | εκθεμάτων |
| Αιτιατική | έκθεμα | εκθέματα |
| Κλητική | έκθεμα | εκθέματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →