Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έκθεση

/ˈek.θe.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η δημόσια παρουσίαση προϊόντων ή έργων τέχνης σε ειδικό χώρο Βικιλεξικό
    • έκθεση ζωγραφικής σε γκαλερί
    • Όπως ο εκκεντρικός άνεργος ή ο συμβασιούχος γίνονται θέαμα μέσα από πράξεις αυτοεξευτελισμού (π.χ. τηλεοπτικά μεταδιδόμενη απόπειρα αυτοκτονίας ή αυτοβασανισμός ή δημόσια έκθεση οικογενειακών δυσλειτουργιών), έτσι και ο τηλεσχολιαστής αυτοσκηνοθετείται για τις ανάγκες του θεάματος (Χαρίδημος Τσούκας, Η τραγωδία των κοινών. Πολιτική φαυλότητα, απαξίωση θεσμών και χρεοκοπία, εκδ. Ίκαρος, 2015)
    • ο τόπος όπου γίνεται αυτή η παρουσίαση
    • μεγάλη διοργάνωση παρουσίασης προϊόντων και τεχνολογιών με πανεθνικό ή διεθνή χαρακτήρα
  2. γραπτή (συνήθως) αναφορά γεγονότων, ιδεών, κρίσεων Βικιλεξικό
    • έκθεση πραγματογνωμοσύνης
    • η ετήσια έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για την κατάσταση της οικονομίας
  3. σχολικό κείμενο που συντάσσεται από μαθητή πάνω σε δοσμένο θέμα Βικιλεξικό
    • έκθεση ιδεών
    • Ο μαθητής βαθμολογήθηκε με 18 στην έκθεση.
  4. το να αφήνεις κάτι να δεχτεί την επενέργεια μιας φυσικής δύναμης, να εκτεθεί σε αυτήν Βικιλεξικό
    • η χωρίς μέτρο έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία εγκυμονεί κινδύνους
    • το να αφήνεις κάτι να υποβληθεί σε μια δοκιμασία ή κίνδυνο
  5. μαθηματικάύψωση σε εκθέτη - δύναμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έκθεση < αρχαία ελληνική ἔκθεσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέκθεσηεκθέσεις
Γενικήέκθεσηςεκθέσεων
Αιτιατικήέκθεσηεκθέσεις
Κλητικήέκθεσηεκθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →