έκθλιψη
•
- η παραγωγή χυμού από καρπούς (μήλα, ελιές, κλπ.) με τη χρήση μεγάλης πίεσης Βικιλεξικό
- γραμματικήη αποβολή του ληκτικού φωνήεντος μιας λέξης πριν από άλλη λέξη με αρκτικό φωνήεν Βικιλεξικό
- πού είν᾿ αυτός (το [a] του αυτός /aˈftos/ υπερισχύει του [e] του είναι /ˈi.ne/ το οποίο εκθλίβεται σε είν᾿)
- > υπερώνυμα: αποβολή, έκκρουση
- ≤ συνυπώνυμα: αφαίρεση, συγκοπή, συναίρεση
Ετυμολογία
έκθλιψη < αρχαία ελληνική ἔκθλιψις < ἐκθλίβω < ἐκ (έκ-) + θλίβω (πιέζω κάτι και το σπάω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκθλιψη | εκθλίψεις |
| Γενική | έκθλιψης | εκθλίψεων |
| Αιτιατική | έκθλιψη | εκθλίψεις |
| Κλητική | έκθλιψη | εκθλίψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →