Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έκιοσε

ρήμα, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόπέθανε σελ.368. Βικιλεξικό
    • στην έκφραση: τον έκιοσε η δουλειά (τον έφαγε η δουλειά)

Ετυμολογία

έκιοσε < αρχαία ελληνική κείω - κεάζω - εκέασα = συντρίβω, κατακερματίζω , αποχωρίζω, διαχωρίζω. • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →