έκκριμα
•
- φυσιολογίακάθε ουσία που παράγουν διάφορα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκκριμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκκριμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκκριμα | εκκρίματα |
| Γενική | εκκρίματος | εκκριμάτων |
| Αιτιατική | έκκριμα | εκκρίματα |
| Κλητική | έκκριμα | εκκρίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →