έκκρουση
•
- γλωσσολογίαφωνολογικό φαινόμενο κατά το οποίο, στη συνένωση δύο λέξεων, αποβάλλεται / σιγείται το ένα από δύο συνεχόμενα φωνήεντα, για να διευκολυνθεί η εκφορά και η μετρική ροή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκκρουση < αρχαία ελληνική ἔκκρουσις (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Ausstossen)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκκρουση | εκκρούσεις |
| Γενική | έκκρουσης | εκκρούσεων |
| Αιτιατική | έκκρουση | εκκρούσεις |
| Κλητική | έκκρουση | εκκρούσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →