έκπαγλος
•
- ωραιότατος, εκθαμβωτικός, θαυμάσιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκπαγλος < αρχαία ελληνική ἔκπαγλος < *ἔκπλαγλος < εκπλήσσω (απαρ. παθ. αορ. β' ἐκπλαγῆναι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκπαγλος | έκπαγλη | έκπαγλο |
| Γενική | έκπαγλου | έκπαγλης | έκπαγλου |
| Αιτιατική | έκπαγλο | έκπαγλη | έκπαγλο |
| Κλητική | έκπαγλε | έκπαγλη | έκπαγλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκπαγλοι | έκπαγλες | έκπαγλα |
| Γενική | έκπαγλων | έκπαγλων | έκπαγλων |
| Αιτιατική | έκπαγλους | έκπαγλες | έκπαγλα |
| Κλητική | έκπαγλοι | έκπαγλες | έκπαγλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →