έκπληξη
•
- το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συμβαίνει κάτι ξαφνικό και τελείως αναπάντεχο Βικιλεξικό
- ένιωσα μεγάλη έκπληξη όταν τον είδα ξαφνικά μπροστά μου μετά από τόσα χρόνια
- η ενέργεια που κάνουμε περιμένοντας ότι προκαλέσουμε σε κάποιον αυτό το συναίσθημα, π.χ. ένα απρόσμενο δώρο Βικιλεξικό
- του φυλάω μια έκπληξη για τα γενέθλιά του
- Και επειδή όντως αυτή η εβδομάδα, ήταν πολύ κουραστική για όλους μας, σας έχω μια απολαυστική έκπληξη!» είπε με στόμφο ο Φοίβος. «Τι έκπληξη, αγάπη μας;» ρώτησαν και οι δύο απορημένες, με μία φωνή. «Εάν σας την πω, τι έκπληξη θα είναι;» διευκρίνισε χαμογελώντας ο Φοίβος! (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)
Ετυμολογία
έκπληξη < (ελληνιστική κοινή) ἔκπληξις / ἐκπληξία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκπληξη | εκπλήξεις |
| Γενική | έκπληξης | εκπλήξεων |
| Αιτιατική | έκπληξη | εκπλήξεις |
| Κλητική | έκπληξη | εκπλήξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →