Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έκπλους

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςεξερχόμενος πλους από κάποια προασπισμένη περιοχή, π.χ. όρμος, λιμάνι, δίαυλος κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έκπλους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔκπλους (ἔκπλοος) < ἐκ + πλοῦς (πλόος). Συγχρονικά αναλύεται σε έκ- + πλους

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέκπλουςέκπλοι
Γενικήέκπλουέκπλων
Αιτιατικήέκπλου / έκπλουνέκπλους
Κλητικήέκπλουέκπλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →