έκσταση
•
- κατάσταση του ανθρώπου που βιώνει έκπληξη, ενθουσιασμό, ευθυμία κ.λπ. ή κυριαρχείται από μια σκέψη Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαψυχοσωματική κατάσταση με μυστικιστικές καταβολές και προεκτάσεις, κατά την οποία το υποκείμενο αισθάνεται πνευματική μεταρσίωση και προσέγγιση προς το θείο Βικιλεξικό
- συνήθωςείδος συνθετικού ναρκωτικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκσταση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκστᾰσις < ἐξίστημι < ἐξ + ἵστημι (& σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική extase) :* για το ναρκωτικό < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ecstasy < ελληνιστική κοινή ἔκστᾰσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκσταση | εκστάσεις |
| Γενική | έκστασης | εκστάσεων |
| Αιτιατική | έκσταση | εκστάσεις |
| Κλητική | έκσταση | εκστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →