έκστασι
•
- φαρμακευτικήσυνθετική ψυχοδραστική ουσία της κατηγορίας των αμφεταμινών, η οποία δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα προκαλώντας ευφορία, αυξημένη ενεργητικότητα και μεταβολές στην αντίληψη και στη διάθεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκστασι < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ecstasy < ελληνιστική κοινή ἔκστασις < αρχαία ελληνική ἐξίστημι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →