έκτακτο αποθεματικό
•
- λογιστικήαυτό που σχηματίζεται με βάση διάταξη του καταστατικού ή με απόφαση της γενικής συνέλευσης ΓΣ της εταιρείας. Βικιλεξικό
- αφανές αποθεματικό Βικιλεξικό
- τακτικό αποθεματικό Βικιλεξικό
- προαιρετικό αποθεματικό Βικιλεξικό
- αγγλικά: special reserve ⁽ᵉⁿ⁾ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκτακτο αποθεματικό < έκτακτο και αποθεματικό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →