έκτη
•
- η (τελευταία) τάξη του Δημοτικού Σχολείου Βικιλεξικό
- Το μανάρι μας έφτασε κιόλας στην Έκτη!
- σχέση στο κιβώτιο ταχυτήτων Βικιλεξικό
- λίγα αυτοκίνητα έχουν και έκτη
- μαθηματικάη έκτη δύναμη Βικιλεξικό
- το δύο εις την έκτη ισούται με εξήντα τέσσερα (2⁶=64)
Ετυμολογία
έκτη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του έκτος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →