έκτοτε
•
- από τότε, από ένα χρονικό σημείο στο παρελθόν και μετά Βικιλεξικό
- Η χρήση πολλαπλών γλωσσών για τους σκοπούς της επικοινωνίας — η οποία περιλαμβάνει φυσικά τη μετάφραση — αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ΕΕ από τα σπάργανά της. Κατοχυρώθηκε ήδη με τον πρώτο κανονισμό της ΕΕ, ο οποίος εγκρίθηκε το 1958. Έκτοτε, ο αριθμός των επίσημων γλωσσών της ΕΕ αυξήθηκε από 4 σε 24, καθώς και άλλες χώρες προσχώρησαν στην ΕΕ
- Έκτοτε, η θέση των Εβραίων στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βελτιώθηκε σημαντικά, καθώς η θρησκεία των Οθωμανών, το Ισλάμ, ήταν υπέρ της συνύπαρξης των μωαμεθανών με τους μονοθεϊστικούς λαούς της Βίβλου (Χρονικά, τόμος κγ', αρ. φύλλου 170, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2000, Όργανο του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος, σελ. 6 https://www.kis.gr/scanned/T170.pdf)
Ετυμολογία
έκτοτε < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκτοτε < ἐκ + τότε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →