έκτριψη
•
- λόγιοη ενέργεια του τριψίματος με σκοπό είτε την απομάκρυνση ρύπων είτε τη φθορά της επιφάνειας μέσω τριβής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκτριψη < ελληνιστική κοινή ἔκτριψις < αρχαία ελληνική ἐκτρίβω < ἐκ + τρίβω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκτριψη | εκτρίψεις |
| Γενική | έκτριψης | εκτρίψεων |
| Αιτιατική | έκτριψη | εκτρίψεις |
| Κλητική | έκτριψη | εκτρίψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →