έκτροπα
•
- βίαια επεισόδια, ταραχές, εκτεταμένες συγκρούσεις και καταστροφές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκτροπα < ελληνιστική κοινή ἔκτροπα, ουδέτερο του ἔκτροπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκτροπα | έκτροπα |
| Γενική | — | εκτρόπων |
| Αιτιατική | — | έκτροπα |
| Κλητική | — | έκτροπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →