Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έκτροπα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. βίαια επεισόδια, ταραχές, εκτεταμένες συγκρούσεις και καταστροφές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έκτροπα < ελληνιστική κοινή ἔκτροπα, ουδέτερο του ἔκτροπος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήέκτροπαέκτροπα
Γενική—εκτρόπων
Αιτιατική—έκτροπα
Κλητική—έκτροπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →