ἔκτρωμα
•
- το πρόωρα γεννημένο νεκρό έμβρυο Βικιλεξικό
- ελληνιστική σημασίαεξάμβλωμα, έκτρωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἔκτρωμα < ἐκτιτρώσκω θέμα τρω- + -μα. Μορφολογικά αναλύεται σε ἔκ- + ιωνικός & δωρικός τύπος: τρῶμα / τρώμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →