έκτυπος
•
- ανάγλυφος, με τη μορφή της παράστασης να εξέχει ιδαίτερα Βικιλεξικό
- Το παραγόμενο έκτυπο - έκμαγμα ήταν συνήθως λίγο μικρότερο από το αρχέτυπο, καθώς η αρχική πήλινη μήτρα συρρικνωνόταν κατά την όπτηση (Α. Γιαννακούρη, Κοροπλαστική και μικροτεχνία στον αιγαιακό χώρο από τους γεωμετρικούς χρόνους έως και τη Ρωμαϊκή περίοδο, Διεθνές συνέδριο στη μνήμη της Ηούς Ζερβουδάκη, Ρόδος, 26-29 Νοεμβρίου 2009, τόμος 2, 2014, σελ. 203)
- μεταφορικάπροφανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έκτυπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔκτυπος. Συγχρονικά αναλύεται σε έκ- + τύπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκτυπος | έκτυπη | έκτυπο |
| Γενική | έκτυπου | έκτυπης | έκτυπου |
| Αιτιατική | έκτυπο | έκτυπη | έκτυπο |
| Κλητική | έκτυπε | έκτυπη | έκτυπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έκτυποι | έκτυπες | έκτυπα |
| Γενική | έκτυπων | έκτυπων | έκτυπων |
| Αιτιατική | έκτυπους | έκτυπες | έκτυπα |
| Κλητική | έκτυποι | έκτυπες | έκτυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →