Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έκτυπος

/ˈek.ti.pos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανάγλυφος, με τη μορφή της παράστασης να εξέχει ιδαίτερα Βικιλεξικό
    • Το παραγόμενο έκτυπο - έκμαγμα ήταν συνήθως λίγο μικρότερο από το αρχέτυπο, καθώς η αρχική πήλινη μήτρα συρρικνωνόταν κατά την όπτηση (Α. Γιαννακούρη, Κοροπλαστική και μικροτεχνία στον αιγαιακό χώρο από τους γεωμετρικούς χρόνους έως και τη Ρωμαϊκή περίοδο, Διεθνές συνέδριο στη μνήμη της Ηούς Ζερβουδάκη, Ρόδος, 26-29 Νοεμβρίου 2009, τόμος 2, 2014, σελ. 203)
  2. μεταφορικάπροφανής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

έκτυπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔκτυπος. Συγχρονικά αναλύεται σε έκ- + τύπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέκτυποςέκτυπηέκτυπο
Γενικήέκτυπουέκτυπηςέκτυπου
Αιτιατικήέκτυποέκτυπηέκτυπο
Κλητικήέκτυπεέκτυπηέκτυπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέκτυποιέκτυπεςέκτυπα
Γενικήέκτυπωνέκτυπωνέκτυπων
Αιτιατικήέκτυπουςέκτυπεςέκτυπα
Κλητικήέκτυποιέκτυπεςέκτυπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →