έκφανση
•
- λόγιοτο φανέρωμα Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόη έκφραση Βικιλεξικό
- Λάτρης της ομορφιάς, σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις, επίμονη αναζητήτρια εαυτού, αλήθειας και εμπειριών, πάντα ταξιδεύτρια και ποτέ ταξιδιώτισσα (Από αυτοβιογραφικό σημείωμα συγγραφέως, εκδ. Πατάκη, vivliopoleiopataki.gr/persons, ανακτήθηκε στις 4/5/2025)
- φιλοσοφίαη πρώτη-πρώτη στιγμή στη διαδικασία της γνώσης Βικιλεξικό
- μία από τις πιθανές πτυχές, ερμηνείες, εκδοχές, θεματολογίες κτλ. Βικιλεξικό
- Η παλιγγενεσία αποτελεί εντροπική έκφανση. Το νέο έχει δική του υπόσταση, και σε βάθος γενεών η συσχέτιση με το παρελθόν καθίσταται περισσότερο συναισθηματική παρά θεμελιώδης. (Πολιτικολογίες: Παλιγγενεσία... από τι; kavalanews.gr, 22/03/2024 https://www.kavalanews.gr/40838-politikologies-paliggenesia.html)
Ετυμολογία
έκφανση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἔκφανσις < αρχαία ελληνική ἐκφαίνω < φαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκφανση | εκφάνσεις |
| Γενική | έκφανσης | εκφάνσεων |
| Αιτιατική | έκφανση | εκφάνσεις |
| Κλητική | έκφανση | εκφάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →