έκφυση
•
- το να εκφύεται κάτι Βικιλεξικό
- αυτό που εκφύεται Βικιλεξικό
- (ανατομία) τμήμα οστού που προεξέχει από το κύριο σώμα του
Ετυμολογία
έκφυση < αρχαία ελληνική ἔκφυσις < ἐκ + φύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έκφυση | εκφύσεις |
| Γενική | έκφυσης | εκφύσεων |
| Αιτιατική | έκφυση | εκφύσεις |
| Κλητική | έκφυση | εκφύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →