έλιαζε
•
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής παρατατικού του λιάζω Βικιλεξικό
- κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ' αχαμνά του.
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →